ούνει

οὔνει (Α)
(κατά τον Ησύχ.) (στους Αρκάδες) «δεῡρο δράμε».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. οὔνει, όπως και οι τ. οὔνης «κλέπτης», οὔνιος «δρομεύς, κλέπτης, πρέπει να έχουν προέλθει κατ' αποκοπή από τα σύνθ. ἐριούνης και ἐριούνιος, λέξεις αβέβαιης σημασίας και ετυμολογίας (βλ. λ. εριούνιος). Οι αρχαίοι σχολιαστές και λεξικογράφοι έδωσαν στα σύνθ. ἐριούνης / ἐριούνιος τη σημ. «ευεργέτης, αγαθοεργός» και τά συνέδεσαν με το ρ. ὀνίνημι «ωφελώ». Κατ' άλλη όμως άποψη, αρχικοί πρέπει να θεωρηθούν οι τ. «οὖνον
Κύπριοι δρόμον» και «οὔνει
δεῦρο, δράμε
Ἀρκάδες». Κατά την ίδια άποψη, οι τ. πρέπει να συνδεθούν με το κυπρ. ανθρωπωνύμιο Φιλούνιος, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί με το αττ. Φιλόδρομος, οπότε η σημ. τών ἐριούνης / ἐριούνιος πρέπει να ήταν «καλός δρομέας»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ούνης — οὔνης (Α) (κατά τον Ησύχ.) «κλέπτης, κλεπτῶν συνηφαρεία». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. ούνει] …   Dictionary of Greek

  • ούνιος — οὔνιος (Α) (κατά τον Ησύχ.) «εὖνις, δρομεύς, κλέπτης». [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. ούνει] …   Dictionary of Greek

  • ούνον — οὖνον (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὑγιές. Κύπριοι δρόμον». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ούνει] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.